Αγαπημένε μας φίλε, αδελφέ και συνάδελφε Κυριάκο,

 

Όταν την Πέμπτη στις 11 το βράδυ είδα στο κινητό, να μου κτυπά ο πάτερ Θεωνάς, αναρωτήθηκα, «πως και με παίρνει τέτοια ώρα; Δεν έτυχε να με ξαναπάρει σε τέτοια προχωρημένη ώρα. Διερωτήθηκα μήπως και δεν κατάλαβε καλά ότι είχαμε αναβάλει το προσκύνημα μας στην κατεχόμενη Κερύνεια, που λέγαμε να κάνουμε την επόμένη μέρα που ήταν η αργία της Πρωτομαγιάς, όπου μετά από δική σου επιθυμία,  θα πηγαίναμε στα κατεχόμενα χωριά σας Κάρμι και Άγιο Αμβρόσιο;» 

 

Όμως ήταν αλήθεια δεν ήταν όνειρο και οπτασία. Σε βρήκαμε ήρεμα και γαληνεμένα να κοιμάσαι στην πολυθρόνα σου, έχοντας αρχίσει το αιώνιο ταξίδι σου προς την αιωνιότητα. Άφησες την τελευταία σου πνοή μόνος και αβοήθητος, αφού επέλεξες να μείνεις στο σπίτι σου την ημέρα εκείνη για περαιτέρω ηρεμία και ξεκούραση, μη δίδοντας σοβαρή βάση στους πονοκεφάλους των τελευταίων ημερών που σε βασάνιζαν, αφού ο γιατρός που επισκέφθηκες την προηγούμενη μέρα, μετά από παρότρυνση όλων μας, αποφάνθειν ότι ήταν μια απλή ψύξη.

 

Το κακό μαντάτο διέρρευσε μέσα στο βαθύ μουντό σκοτάδι και όλοι το πρωί ρωτούσαν ο ένας τον άλλο αν ήταν αλήθεια, μάταια και απεγνωσμένα αναζητώντας κάποιο λάθος ή μια ενδεχόμενη διάψευση,  μη μπορώντας να πιστέψουν ότι αποχωρίζονται την καθημερινή διανθισμένη με χαμόγελο και αγάπη παρουσία σου, συστατικά που έβγαιναν διάπλατα κι’ απλόχερα μέσα από την αγνή ψυχή και ευαίσθητη καρδιά σου.

 

Αγαπημένε μας και λατρευτέ μας Κυριάκο,

 

Είμαστε όλοι εδώ. Όλοι όσους αγάπησες και σ’ αγάπησαν. Όλοι εμείς που είμαστε μόνιμοι αποδέκτες της απεραντοσύνης της αγαθής, ευαίσθητης και φιλάνθρωπης ψυχής σου, που το μόνο που ήξερε να κάνει, ήταν ακατάπαυστα να σκορπίζει τρία και μόνο πράγματα: αγάπη, αγάπη και πάλι αγάπη, που ήταν το επίκεντρο των ανθρωποκεντρικών εκπαιδευτικών και ευρύτερων κοινωνικών στόχων, που είχατε θέσει και συχνά επαναλαμβάνετε με τον αγαπημένο σου φίλο και διευθυντή σου.

 

 

 

 

 

 

 

Το διευθυντή σου που είναι εδώ μαζί με όλη την αγαπημένη σου σχολική οικογένεια. Όλοι είναι εδώ και σε κλαινε και σε θρηνούν, αδυνατώντας να συμβιβαστούν με  το ξαφνικό και αναπάντεχο χαμό σου. Ο αγαπημένος σου προσωπικός και πνευματικός σου φίλος πατήρ Θεωνάς, ο Πανίκος, ο Χάρης, ο Μαρίνος, ο Λούης, ο Ευριπίδης, η Ελένη, η Μαρία, η Ιωάννα, η Ανθή, η Χριστίνα όλοι εμείς, που κάθε πρωί δεχόμαστε το εύθυμο πρωινό σου καλωσόρισμα με το γνωστό και αμίμητο

«είμαι ανάμεσα σας».

 

Μαζί σε θρηνούν και οι μαθητές σου, αυτά τα θαυμάσια παιδιά, που καθημερινά ήταν δέκτες της αγάπης και της στοργικής παρότρυνσης και προσφοράς σου.

 

 

Αγαπημένε μας Κυριάκο,

 

Εκεί ψηλά που θα βρίσκεσαι, ανάμεσα στις στρατιές των αγγέλων να προσεύχεσαι για όλους εμάς, αλλά πιότερο για την οικογένεια σου. Τους   λατρευτούς και πολυσέβαστούς γονείς σου, άτομα του καθημερινού κόπου και μόχθου, που σου εμφύτευσαν μέσα από την απλότητα τους την κοινωνική αγωγή και την ανθρώπινη ευαισθησία.

 

Ø                             Για τον πατέρας σου Ευθύμιο, που μέσα από την υπηρεσία του στο δασονομείο σε έμαθε να ερωτεύεσαι το βουνό, τους αγρούς και την άγρια φύση. Πολλές φορές μας έκανες αναφορά για το υπηρεσιακό πέρασμα του πατέρα σου στην Καντάρα και τις πάμπολλες εμπειρίες και εικόνες, που ήταν βαθιά ριζωμένες στη μνήμη σου και κατεύθυναν όλα σου τα βιώματα.

Ø                             Για τη μητέρα σου Ελένη, την οποία πολυαγαπούσες και έτρεμες με την ιδέα ή την υποψία μήπως και πάθει τίποτε. Θυμόσουνα και με συγκίνηση μας διηγώσουν, πως με το μητρικό της κορμί κάλυπτε σαν ασπίδα εσένα και τα’ αδέλφια σου, από τις φονικές βόμβες των Τουρκικών αεροπλάνων, που κανονιοβολούσαν κατακαίγοντας τις πλαγιές του Πενταδακτύλου, το τραγικό καλοκαίρι του το 1974.

Ø                             Για την αδελφή σου Κούλλα και τον γαμβρό σου Σάββα που τους υπεραγαπούσες και σε υπεραγαπούσαν. Τον αδελφό σου Μιχάλη, για τον οποίο πάντα μας μιλούσες με θαυμασμό για τις ευρεσιτεχνίες και τη δραστηριότητα του. Του αγαπημένου σου αδελφού, που η πρόσφατη δοκιμασία της υγείας του σε προβλημάτιζε και σε συγκλόνιζε συνεχώς. Απέραντη ήταν η χαρά σου που τον έβλεπες τελευταία να νοιώθει, με τη δική σου καθημερινή ηθική μετάγγιση, να πηγαίνει μέρα με τη μέρα καλύτερα.

Ø                             Τέλος να προσεύχεσαι για τα δυο σου παιδιά που τα λάτρευες και δεν μπορούσες να τα ξεριζώσεις λεπτό από τη σκέψη και έγνοια σου. Σε έκαιε και σε πλήγωνε που δεν μπορούσες να τους δώσεις, λόγω εξωγενών κωλυμάτων, μόνιμη και καθημερινή χριστιανική και Ελληνική αγωγή.

 

Κυριάκο μας,

 

Δεμένο με τη καθημερινή σου σκέψη ήταν το όραμα και πόθος σου για ελεύθερη επιστροφή στη γη που σε γέννησε. Στο τόπο που σ’ ανάθρεψε. Στον Άγιο Αμβρόσιο της Κερύνειας. Νοσταλγούσες και ονειρευόσουν τη μέρα που θα χανόσουν μέσα από το βαθύ ίσκιο των χρυσομηλιών του χωριού σου και θα ανάπνεες αδιάκοπτα το λευτεριάτικο μυρωμένο αέρα των βουνοκορφών του Πενταδακτύλου και της άγιας θάλασσας της Κερύνειας. Πίστευες βαθιά και αστείρευτα ότι θα γυρίζαμε σύντομα και δεν μπορούσες να συμβιβαστείς με κανενός είδους παραχώρηση. Θυμάμαι που σε πείραζα τις ημέρες του ιστορικού δημοψηφίσματος, ότι μπας και πρέπει να πουμε ΝΑΙ για να τελειώνουμε και εσύ μου απαντούσες πάλι με ένα ακόμα αμίμητο. Βεβαίως και θα πούμε ΝΑΙ, αλλά ΝΑΙ στο ΟΧΙ.

 

Φίλε μας ακριβέ και αγαπημένε,

 

με σπαραγμό ψυχής σου απευθύνουμε όλοι μας το ύστατο χαίρε. Σε αποχαιρετούμε όμως μόνο σωματικά, αφού πνευματικά θα πλανάσαι και θα βρίσκεσαι πάντα γύρω μας, μη μπορώντας να αποχωριστείς από την σκέψη μας. Θα τριγυρνάς πάντα μέσα μας γιατί ανθρώποι σαν και σένα με τέτοια μεγάλη ανθρώπινη και ευαίσθητη ψυχή, δεν φεύγουν αλλά μένουν για να μας διδάσκουν και μας δείχνουν το δρόμο της αρετής, της απλότητας και της ανθρώπινης ευαισθησίας.

 

Καλό σου ταξίδι Κυριάκο μας. Ελαφρύ και απαλοσκέπαστο ας είναι το χώμα που σε λίγο θα σε τυλίξει στα σπλάχνα του. ΑΙΩΝΙΑ ΣΟΥ Η ΜΝΗΜΗ